τρικό

τρικό
το трикотаж

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "τρικό" в других словарях:

  • τρικό — το, Ν άκλ. πλεκτό ύφασμα ή ένδυμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. tricot «πλεκτό», πιθ. < Tricot, όν. βιομηχανικής περιοχής τής Β. Γαλλίας] …   Dictionary of Greek

  • τρικό — το άκλ. (λ. γαλλ.), ύφασμα ή ρούχο πλεχτό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»